Αυτοβιογραφία του Jorge Ángel Livraga
Δημοσιευμένη στα «Almenas» nº 1-18 της Νέας Ακρόπολης. Εσωτερικό έγγραφο.
Εισαγωγή
Όπως είχε αναγγελθεί στο nº 1 της «ALMENA», προτίθεμαι να αναπτύξω το θέμα της σχέσης μας με την Ιεραρχία και του πώς ήρθαμε στον κόσμο πριν από 24 χρόνια. Εφόσον εγώ είμαι ο Ιδρυτής, αυτές οι απλές σελίδες θα αποκτήσουν αξία ιστορικού εγγράφου όταν θα έχει περάσει ο χρόνος. Μπροστά σ’ αυτό το γεγονός αναγκάζομαι να γράψω κάτι που η Προσωπικότητά μου απορρίπτει έντονα, αλλά που είναι αναγκαίο για την κατανόηση των γεγονότων και ώστε στο μέλλον να μην υπάρξουν σημαντικές παραμορφώσεις της γνώσης της δικής μου Ζωής, πράγμα που θα μπορούσε να έχει ως αντανάκλαση μια παραμόρφωση ολόκληρου του Έργου. Αναφέρομαι στο να γράψω ένα είδος βιογραφίας, μια σύντομη αφήγηση της ύπαρξής μου, από την πιο πρώιμη παιδική μου ηλικία μέχρι τα βήματα εκείνου που με τον καιρό θα επρόκειτο να μετατραπεί στον Διεθνή Οργανισμό Νέα Ακρόπολη.
Αφήνοντας κατά μέρος τις αβυσσαλέες διαφορές ανάμεσα στην H.P.B. και εμένα, προτίθεμαι να αποφύγω από τώρα κιόλας το να επινοήσει κάποιος μελλοντικός R. Guénon και οι οπαδοί του μια βασανιστική και ψευδή αρχή για την προέλευση του Κινήματός μας. Έτσι, παραμερίζοντας την αποστροφή που νιώθει η Προσωπικότητά μου για το θέμα, αναγκάζομαι να γράψω για τον ίδιο μου τον Εαυτό. Έχω συνηθίσει να θυσιάζω το ευχάριστο στο όνομα του αναγκαίου. Το κάνω για μία ακόμη φορά. Εκτελώ Διαταγές όπως οποιοσδήποτε από εσάς.
Από ένα ζήτημα Ηθικής θα περιοριστώ στη δική μου ζωή και θα αφηγηθώ εκείνα που μπορεί να είναι ενδιαφέροντα για την καλύτερη κατανόηση της διαδικασίας. Θα περιοριστώ σε όσα μπορεί να είναι σημαντικά και να γίνουν γνωστά.
Πρώτο μέρος: Η παιδική μου ηλικία (1)
Γεννήθηκα στις 3 Σεπτεμβρίου 1930 στην πόλη του Μπουένος Άιρες, στην Αργεντινή, στην αγκαλιά μιας οικογένειας Ιταλών μεταναστών. Οι γονείς μου, ο Δον Άνχελ και η Ντόνια Βικτόρια, είχαν γεννηθεί στην Αργεντινή, αλλά οι παππούδες μου είχαν γεννηθεί στην Ιταλία, κοντά στο Μιλάνο από την πατρική γραμμή και κοντά στη Γένοβα από τη μητρική.
Ήρθα στο φως λίγο πριν το μεσημέρι, στο σπίτι του παππού μου από την πλευρά του πατέρα μου, στην οδό Ciudad de La Paz, στον αριθμό 800, στη συνοικία υψηλής κατοίκησης του Μπελγκράνο. Λίγες ημέρες αργότερα ξέσπασε μια αιματηρή επανάσταση που ανέτρεψε το πατερναλιστικό κεντροαριστερό καθεστώς του Ιριγόγεν. Οι πρώτοι γιατροί που με εξέτασαν έφτασαν στο σπίτι περνώντας μέσα από τα οδοφράγματα· πάνω από την πόλη πετούσαν μαχητικά αεροπλάνα. Γεννήθηκα κανονικά και δεν γνώρισα πρόωρες ασθένειες.
Ύστερα από λίγους μήνες μεταφέρθηκα στο σπίτι της οδού Amenábar 863, το οποίο είχε σχεδιάσει ο πατέρας μου, που ήταν πολιτικός μηχανικός.
Η Αργεντινή περνούσε τότε μια περίοδο πλούτου και η πρώτη μου παιδική ηλικία κύλησε μέσα σε μια οικογένεια ανώτερης μεσαίας τάξης, με τα τυπικά χαρακτηριστικά των «νεόπλουτων». Μου ετοίμασαν ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια και εγώ κοιμόμουν σε ένα είδος μικρού κρεβατιού στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς μου. Έχω γι’ αυτό πολύ αχνές και αποσπασματικές αναμνήσεις. Θυμάμαι το αυτοκίνητό μας, ένα κάμπριο στο χρώμα της άμμου, με μαύρα φτερά λάσπης. Θυμάμαι επίσης ένα σαλέ σε ένα νησί του Ελ Τίγκρε, περιοχή που βρίσκεται στο δέλτα του ποταμού Ρίο ντε λα Πλάτα, 30 ή 40 χιλιόμετρα από το Μπουένος Άιρες. Μου έχουν πει ότι όταν ήμουν μωρό είχα γραπωθεί από ένα πάνινο αρκουδάκι και ότι άρχισα να μιλάω πολύ νωρίς, αν και άργησα να περπατήσω μόνος μου. Αυτό δεν το θυμάμαι. Το πρώτο πράγμα που έρχεται στη μνήμη μου σ’ αυτή τη ζωή είναι ότι κάθομαι στο αυτοκίνητο με τα πόδια να κρέμονται χωρίς να φτάνουν τα πεντάλ και να προσπαθώ να χειριστώ το τιμόνι. Θυμάμαι επίσης τη βάρκα που με πήγαινε από καιρό σε καιρό στο νησί του δέλτα· εκείνη η εμπειρία με ενθουσίαζε.
Μεγάλωνα με έναν πολύ συγκρατημένο χαρακτήρα και περνούσα ώρες ολόκληρες μόνος, παρατηρώντας και ονειροπολώντας μπροστά στους τεράστιους γλάστρες της ταράτσας του σπιτιού μου, που είχε μήκος 20 μέτρα. Από όσα μου έχουν πει και όσα θυμάμαι, νομίζω ότι δεν «έπαιζα» ακριβώς όπως ένα συνηθισμένο παιδί. Τα άλλα παιδιά μου ήταν αντιπαθή και πάντα προτιμούσα να βρίσκομαι κοντά στους μεγάλους, για παράδειγμα κοντά στο μεγάλο σχεδιαστήριο του πατέρα μου, μουτζουρώνοντας με τα διαβήτες και τα σχεδιαστικά όργανά του· με τα γερμανικά του μολύβια «Faber», με τα οποία πολύ γρήγορα αφοσιώθηκα στο σχέδιο, συνήθως πλοίων και ανθρώπινων μορφών σε μάχη. Δεν θυμάμαι να σχεδίαζα ζώα εκείνη την εποχή. Παρ’ όλα αυτά μου άρεσαν πολύ και, χάρη στις γνωριμίες του πατέρα μου στον Ζωολογικό Κήπο του Μπουένος Άιρες, είχα την ευκαιρία να παίζω με μικρά τιγράκια, λιονταράκια και αρκουδάκια. Ποτέ δεν φοβήθηκα τα ζώα. Ένας φίλος μου στον Ζωολογικό Κήπο ήταν ένας μεγάλος πίθηκος «Chakma», ένα είδος χιμπαντζή με τεράστιους κυνόδοντες και αρκετά μεγάλο μέγεθος. Τον έτρεφα στο χέρι όταν οι μεγάλοι δεν με έβλεπαν. Την πρώτη φορά που με έπιασαν να το κάνω, έμειναν τρομοκρατημένοι, ώσπου κατάλαβαν ότι ο τεράστιος πίθηκος δεν μου έκανε κανένα κακό και, αντίθετα, έδειχνε τα άγρια δόντια του σε όποιον προσπαθούσε να με απομακρύνει απ’ αυτόν. Τόσο πολύ αγαπούσα τα ζώα στην πρώτη μου παιδική ηλικία, ώστε έφτασα να έχω πολλά, ακόμη και έναν πιγκουίνο στη μπανιέρα των γονιών μου, πράγμα που μου απαγορεύτηκε γρήγορα. Είχα πολύ γεμάτα ενυδρεία και ένα μεγάλο κλουβί όπου πετούσαν παπαγάλοι και περπατούσαν πέρδικες. Δεν θυμάμαι να ανησυχούσα για την τροφή τους· θυμάμαι όμως ότι περνούσα ώρες κοιτάζοντάς τα και άρχισα να ονειρεύομαι μακρινές χώρες.
Ο πατέρας μου δεν ήταν θρήσκος και η μητέρα μου μόνο τυπικά. Παρ’ όλα αυτά πηγαίναμε κάθε βδομάδα στην εκκλησία, απ’ όπου αυτό που με εντυπωσίαζε περισσότερο ήταν οι εικόνες και τα ψηλά ταβάνια. Μου λένε ότι βαφτίστηκα στη Ρωμαιοκαθολική θρησκεία, στη νεογοτθική εκκλησία της «Nueva Pompeya» και ότι έκλαψα πολύ όταν με ράντιζαν με το αγιασμένο νερό. Ξεπεράστηκε το πρόβλημα δίνοντάς μου να παίξω με το μπρελόκ του αυτοκινήτου του θείου μου από τη μεριά της μητέρας μου, του Άνχελ Ρίτσι.
Δεν θυμάμαι καμία θρησκευτική εντύπωση ή εμπειρία στην πρώτη μου παιδική ηλικία. Από πολύ νωρίς έβλεπα και άγγιζα νεκρούς συγγενείς. Δεν με εντυπωσίαζαν ιδιαίτερα. Αυτές οι εμπειρίες μού επιβλήθηκαν από τον πατέρα μου, πολύ «ματσό», που ήθελε να μη φοβάμαι τίποτα. Πράγματι, δεν φοβόμουν. Θυμάμαι ότι κοιτούσα τους νεκρούς με περιέργεια, σαν να επρόκειτο για ρούχα που είχαν βγάλει οι εκλιπόντες, για τους οποίους σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να συνεχίζουν να ζουν κάπου αλλού. Αλλά το αντιμετώπιζα με απόλυτη φυσικότητα. Αυτό που πραγματικά με επηρέαζε ήταν τα κλάματα των συγγενών. Με ενοχλούσαν και προσπαθούσα να ξεφύγω.
Πάντα αγάπησα τη σιωπή και, κατά κάποιον τρόπο, τη μοναξιά. Ένιωθα ζωντανή περιέργεια για το περιβάλλον μου, αλλά το έβλεπα απρόσωπο, σαν μια τεράστια βιτρίνα από εκείνα τα μουσεία που είχα ήδη αρχίσει να αγαπώ από πολύ μικρός. Τα ακίνητα και σιωπηλά αντικείμενά τους με τραβούσαν πάντα.
Έχω την αίσθηση, καθώς προσπαθώ να θυμηθώ τα πρώτα μου χρόνια, μιας μεγάλης ψυχολογικής αποστασιοποίησης από τον κόσμο που με περιέβαλλε. Δεν θυμάμαι να αγάπησα ιδιαίτερα κάτι ή κάποιον, και, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με τα παιδιά, δεν αισθανόμουν καμία ανάγκη για στοργή. Και αν υπήρχε συναισθηματική ζωή, αυτή διοχετευόταν πάντα σε μεγαλύτερο βαθμό προς τα ζώα και τα αντικείμενα, ενώ για τους ανθρώπους ένιωθα μια αδιάφορη απόρριψη. Κατά κάποιον τρόπο δεν ένιωθα ότι είμαι άνθρωπος ούτε πίστευα ότι έχω ομοιότητα μαζί τους πέρα από τη μορφή, η οποία δεν με απασχολούσε.
Πρώτο μέρος: Η παιδική μου ηλικία (2)
Κοντά στα 4 μου χρόνια έζησα συχνά με τη γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου. Είχε στη συνοικία Παλέρμο ένα μεγάλο σπίτι, με μια απροστάτευτη πίσω αυλή, όπου υψώνονταν λεμονιές, φυτεύονταν λαχανικά και υπήρχαν κοτέτσια. Στην πραγματικότητα ήταν μια αγροικία, και εκεί η εξηντάχρονη γιαγιά μου ζούσε όπως στις μακρινές εξοχές του Πο, για τις οποίες μου μιλούσε τόσο συχνά.
Μόλις ξημέρωνε, πήγαινε στη λειτουργία και, γυρίζοντας, ξυπνούσε όλη τη μικρή οικογένεια. Περνούσε σχεδόν όλη την ημέρα όρθια, δουλεύοντας, και έπεφτε στο κρεβάτι υγιώς κουρασμένη, ανάμεσα στις εικόνες αγίων και νεκρών συγγενών, που ο καθένας τους φωτιζόταν από ένα μικρό λυχνάρι λαδιού. Ήταν αρκετά εύπορη ώστε να μπορούσε να ζήσει με άλλον τρόπο, αλλά γνώριζε μόνο αυτόν και ήταν ήρεμα και γαλήνια ευτυχισμένη μ’ αυτόν.
Σε ένα μικρό σπιτάκι στην πίσω πλευρά ζούσε ένας αδελφός της γιαγιάς μου, θείος-παππούς μου για μένα, ανιψιός της, περίπου δέκα χρόνια νεότερός της, που είχε υπάρξει αναρχικός, από εκείνους τους πρακτικούς-ρομαντικούς των τελών του 19ου αιώνα. Οι δυο τους είχαν κάποιες συζητήσεις σχετικά με την ισχύ της θρησκείας, ώσπου η γιαγιά μου τον κατεύναζε υπενθυμίζοντάς του ότι ήταν θεία του, κι εκείνος, που πάντα της μιλούσε στον πληθυντικό, σταματούσε αμέσως και επέστρεφε στις αγροτικές του δουλειές. Περιγελούσε τις πεποιθήσεις της, αλλά τη σεβόταν και την αγαπούσε σε τέτοιο σημείο ώστε όταν, πολλά χρόνια αργότερα, εκείνη πέθανε, την ακολούθησε στον τάφο, χωρίς ποτέ να συνέλθει από την απώλεια της θείας του. Τι παράξενοι αναρχικοί εκείνης της εποχής!
Εγώ έπαιζα κάνοντας μεγάλες τρύπες στη γη, τις γέμιζα με νερό και άφηνα να επιπλέουν μέσα τους τα μικρά καραβάκια μου, μερικά φτιαγμένα από μένα τον ίδιο με ξύλα που έβρισκα εκεί. Για μένα, εκείνο το σπίτι και η αγροτική του αυλή ήταν ένας τόπος θαυμάτων. Περνούσα ώρες παρατηρώντας έντομα και φυτά. Άρχισα να σχεδιάζω πουλιά σε μεγάλα φύλλα σχεδιαστικού χαρτιού με μολύβι. Μετά τα χρωμάτιζα, μιμούμενος αυτό που έβλεπα.
Μου τραβούσαν την προσοχή οι κότες και η, για μένα, παράξενη ιδιότητά τους να γεννούν αυγά. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς ούτε γιατί το έκαναν, αλλά δεν ρωτούσα γι’ αυτό, γιατί είχα συνηθίσει στα αινίγματα και, κατά κάποιον τρόπο, δεν ήθελα να ακούσω τις άψυχες απαντήσεις των μεγάλων. Ένα πρωί ανακάλυψα ότι, αν τους έβαζα ένα δάχτυλο στο ράμφος και ευχόμουν να αποκοιμηθούν, έπεφταν αμέσως ανάσκελα, με τα πόδια προς τα πάνω. Τότε τις φύσαγα και ξυπνούσαν. Τις υπνώτιζα, αλλά αυτό μου φαινόταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, μέχρι που μια μέρα η γιαγιά μου με έπιασε και «σήκωσε τον κόσμο στο πόδι», γιατί, όπως φαίνεται, ένας έμμεσος πρόγονός μου, τον οποίο αποκαλούσαν στην Ιταλία «Il Maguito», είχε κερδίσει τα προς το ζην πηδώντας από στέγη σε στέγη στο μικρό του χωριό, θεραπεύοντας ζώα και ανθρώπους. Η πρόκληση ενός ιερέα —απέναντι σε αυτό που θεωρούνταν διαβολικές δυνάμεις— του κόστισε τη ζωή, όταν θέλησε να πετάξει από το καμπαναριό του Ντουόμο του Μιλάνου. Η γιαγιά μου τον θυμόταν από όσα της είχαν διηγηθεί όταν ήταν παιδί και είχε κληρονομήσει το «θαυματουργό μετάλλιό» του, στο οποίο παριστανόταν ο «San Gnop». Δεν ξέρω ποιος ήταν αυτός ο μυστηριώδης άγιος που τον αποκαλούσαν επίσης «Κύριο των σκουληκιών». Σήμερα πιστεύω ότι το συγκεκριμένο μετάλλιο θα μπορούσε πολύ καλά να ήταν ένα απλό παλαιοχριστιανικό νόμισμα.
Όπως και να ’χει, τηλεφώνησε στον πατέρα μου, ο οποίος, όταν άκουσε την ιστορία, ξέσπασε στα γέλια, σκεπτόμενος ότι η γιαγιά είχε αρχίσει να παραλογίζεται. Μου έκανε παρατήρηση ότι την εξαπατούσα με τα παιχνίδια μου, εκμεταλλευόμενος το ότι ήταν απλή χωρική (ο πατέρας μου ήταν πολύ υπερήφανος για την ιδιότητά του ως πανεπιστημιακού και λάτρη των μαθηματικών, για την επιστημονική του παιδεία). Με κάλεσαν τότε να πάω στο κοτέτσι και να επαναλάβω μπροστά τους το πείραμα. Η γιαγιά μου, με το ροζάριο στα χέρια, και ο πατέρας μου, που προγεύονταν ήδη την αποτυχία του παιχνιδιού μου μπροστά σε έναν ειδικό παρατηρητή. Κοίμισα όλες τις κότες. Θυμάμαι αμυδρά ότι τις ταρακουνούσαν, άπιστοι σ’ αυτό που έβλεπαν. Εγώ ήμουν κάπως θυμωμένος με τη δημοσιότητα που δόθηκε στο ζήτημα και αρνήθηκα να τις ξυπνήσω, ώσπου δέχθηκα αυστηρή διαταγή από τον πατέρα μου να το κάνω. Ύστερα, σχεδόν σηκώνοντάς με στα χέρια, με πήγε στο αυτοκίνητο που τον περίμενε στην πόρτα, ενώ η γιαγιά μου αποσυρόταν να προσευχηθεί στο σκοτεινό της δωμάτιο, μπροστά στις εικόνες των αγίων και των αγαπημένων νεκρών της. Δεν έγινε άλλη συζήτηση για το θέμα, αλλά λίγες ημέρες αργότερα με πήγαν στον γιατρό μου, τον Δρ. Rioja, για εξέταση. Τώρα καταλαβαίνω ότι πρέπει να του διηγήθηκαν την περιπέτεια και ότι ο ηλικιωμένος γιατρός, διαμορφωμένος στις πραγματιστικές σχολές των αρχών του αιώνα, μάλλον δεν τους πίστεψε, βεβαιώνοντας μόνο ότι η υγεία μου ήταν καλή. Στην πραγματικότητα δεν ήταν τόσο καλή: αρρώσταινα συχνά με κρυολογήματα και γρίπες και με έπιαναν υψηλοί πυρετοί. Λένε ότι παραληρούσα. Επειδή ήμουν μοναχοπαίδι, το σπίτι αναστατωνόταν κάθε φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο και ο υπομονετικός και περιζήτητος Δρ. Rioja έτρεχε να με γιατροπορέψει. Εκείνος και ο πατέρας μου τα πήγαιναν πολύ καλά, αφού και οι δύο είχαν οξύ επιστημονικό και θετικιστικό πνεύμα.
Θα ήμουν 5 ετών όταν αρρώστησα ξαφνικά από γρίπη, έναν χειμώνα, και ο πυρετός ανέβηκε στους 40 ή και παραπάνω βαθμούς. Ήμουν στο σπίτι της Amenábar και τα κορίτσια της υπηρεσίας, η μητέρα μου και ο πατέρας μου περπατούσαν στις μύτες των ποδιών, ενώ μου άλλαζαν διαρκώς τις κρύες κομπρέσες στο μέτωπο. Με τύλιξαν επίσης με μεγάλες βρεγμένες πετσέτες. Άρχισαν να μου κάνουν, πολλές φορές την ημέρα, επίπονες ενέσεις. Σήμερα υποθέτω ότι θα ήταν ένα προοίμιο πνευμονίας. Ένα απόγευμα ο πυρετός ανέβηκε ακόμη περισσότερο, σχεδόν έχασα την όρασή μου και δυσκολευόμουν να αναπνεύσω, με την πλάτη μου να πονάει τρομερά. Σήμανε γενικός συναγερμός. Θυμάμαι ακαθόριστα τρεχάματα και τις κραυγές της μητέρας μου: «Φωνάξτε τον Δρ. Rioja!».
Έμεινα για μια στιγμή μόνος στο δωμάτιο. Ξαφνικά, στα δεξιά του μεγάλου κρεβατιού στο οποίο με είχαν ξαπλώσει, εμφανίστηκε, όρθια, μια μορφή λουσμένη με χρυσό φως, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος (χρόνια αργότερα κατάλαβα ότι ήταν μια αιγυπτιακή μορφή). Άπλωσε ένα χέρι και άγγιξε το μέτωπό μου. Δεν φοβήθηκα και το διηγήθηκα στους ανθρώπους που μπήκαν στο δωμάτιό μου όταν τους φώναξα για να τους πω τι είχα δει. Ήρθε ο γιατρός και το απέδωσε στον πυρετό. Είδα την ανησυχία σε όλους. Το επόμενο πρωί δεν είχα πια πυρετό και δεν υπήρχε κανένα ίχνος της ασθένειάς μου. Σηκώθηκα και πήγα να παίξω στην αυλή. Το φαινόμενο αποδόθηκε στην αντίδραση σε κάποιο φάρμακο.
Πρώτο μέρος: Η παιδική μου ηλικία (3)
Εγώ ο ίδιος ξέχασα σύντομα αυτό που μου είχε συμβεί και το πήρα σχεδόν σαν κάτι φυσικό, αν και τότε δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Ούτε και με ενδιέφερε να το εξηγήσω, και αυτό το χαρακτηριστικό, να μη με απασχολεί το φαινομενικά «υπερφυσικό», με συνόδευσε σε όλη μου τη Ζωή.
Από τα 4 μου χρόνια ήξερα να μετράω και να απαγγέλλω το αλφάβητο. Μπορούσα να διαβάζω, αν και με το μειονέκτημα ότι γνώριζα καλύτερα την ιταλική γλώσσα, στην τοπική διάλεκτο του Μιλάνου, παρά την ισπανική. Στην καλύτερη περίπτωση τις μπέρδευα, γιατί έτσι άκουγα να μιλούν οι μεγάλοι, όταν στο τραπέζι είχα πολλές ευκαιρίες να τους ακούω.
Μετά τα 5 μου χρόνια, τα προσωπικά μου γούστα τονίστηκαν έντονα. Να κάνω ελιγμούς και να αλλάζω τις ρόδες του αυτοκινήτου του πατέρα μου, να σχεδιάζω, τώρα πια με χρώμα, να παρατηρώ με λαχτάρα τη φύση, ειδικά τα ζώα και τα φυτά, και μια ολοένα αυξανόμενη έφεση για τα ταξίδια. Αυτή η τελευταία με οδήγησε να αρχίσω να κατασκευάζω μια μεγάλη σχεδία, από ξύλα κιβωτίων και κοντάρια, στην αυλή του σπιτιού μου (χωρίς να υπολογίζω ότι ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν θα μπορούσα να τη βγάλω από εκεί). Με αυτή τη σχεδία, που μου απορροφούσε πολλές καθημερινές ώρες και χιλιάδες χρησιμοποιημένα καρφιά, τα οποία ίσιωνα μόνος μου, σκόπευα να πάω σε μέρη… «πολύ μακρινά»… όπως «η Ινδία και το Μοντεβιδέο»…
Ο πατέρας μου, που προφανώς δεν είχε γεννηθεί για την παιδαγωγική, είχε ωστόσο εκείνη τη φορά μια απέραντη λεπτότητα για να μου δείξει την αδυνατότητα του σχεδίου μου και μαζί το αποσυναρμολογήσαμε, αντικαθιστώντας το με μια πολύ μικρή σχεδία, με ένα πανί, την οποία θα ρίχναμε στον Ρίο ντε λα Πλάτα για να χαθεί στον ορίζοντα. Δουλέψαμε έτσι, νομίζω, μια εβδομάδα, και δεν θυμάμαι να έκλαψα, αν και θυμάμαι ότι είχα μεγάλη επιθυμία να το κάνω, γιατί για πρώτη φορά σ’ αυτή την ενσάρκωση με είχε χτυπήσει ο φανερός θρυμματισμός ενός Ονείρου. Μερικούς μήνες αργότερα η μικρή σχεδία έπλεε με δυσκολία, απομακρυνόμενη από την ακτή, και άρχισαν να μου κάνουν πολλά δώρα από μοντέλα πλοίων κάθε είδους, ανταποκρινόμενοι σίγουρα σ’ εκείνη την έφεση που είχα δείξει και η οποία, κατά κάποιον τρόπο, δεν με εγκατέλειψε ποτέ. Όταν είδα για πρώτη φορά τη θάλασσα, θα ήμουν περίπου 6 ετών· θυμάμαι ότι έκλαιγα χωρίς να ξέρω γιατί. Ήταν στο λουτρότοπο του Μαρ ντελ Πλάτα. Περνούσα τις ώρες κοιτώντας τον ορίζοντα, πέρα από τα κύματα και την άμμο, τόσο δελεαστική για τα παιχνίδια των παιδιών της ηλικίας μου. Αναγνωρίζω ότι πρέπει να δοκίμασα την υπομονή και την ικανότητα κατανόησης των γονιών μου, γιατί, ενώ ήμουν πάντα ένα πολύ υπάκουο και συγκρατημένο παιδί, ήμουν επίσης σπάνιο και άτυπο στο έπακρο.
Αποφασίστηκε, προς μεγάλη μου χαρά, ότι δεν θα πήγαινα στο Δημοτικό στα 6, όπως ήταν το σύνηθες, αλλά στα 7. Για κάποιο λόγο που ποτέ δεν κατάλαβα, ένιωθα έντονη αποστροφή στο να πάω Σχολείο και να βρίσκομαι με άλλα παιδιά, και διαισθανόμουν ότι με αυτό το βήμα θα βυθιζόταν ο τρόπος ζωής μου, η παιδική μου ηλικία. Είχα πραγματική φρίκη στην ιδέα να γίνω «μεγάλος άνθρωπος». Στο να ενταχθώ σ’ ένα περιβάλλον που προαισθανόμουν ότι θα μου ήταν επιθετικό. Το να παρατηρώ ότι μεγάλωνα, πράγμα που η οικογένειά μου γιόρταζε, με γέμιζε φρικτή θλίψη. Είχα στο σπίτι της Amenábar ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια· υπήρχαν εκατοντάδες, και εγώ προσπαθούσα να παίζω μόνος με τα καράβια και τα αυτοκινητάκια μου, με τα μικρά μου αεροπλανάκια, με αχόρταγη δίψα. Ήμουν συνειδητός ότι έπειτα η ζωή μου θα άλλαζε και δεν θα μπορούσα πλέον να το κάνω με τον ίδιο τρόπο.
Επέστρεψα στο σπίτι της γιαγιάς μου και εκεί μου συνέβη το τελευταίο παράξενο φαινόμενο της παιδικής μου ηλικίας. Ήταν κάτι απλό, αλλά έκανε ώστε η παραμονή μου σ’ εκείνο το σπίτι, με τον μεγάλο κήπο λαχανικών και οπωροφόρων δέντρων, να περιοριστεί σε σποραδικές επισκέψεις.
Υπήρχε μια λεμονιά φορτωμένη με ώριμα λεμόνια, και η γιαγιά μου μού έδωσε ένα καλάθι και μου έδειξε ένα μακρύ κοντάρι ώστε να μαζέψω όσα περισσότερα μπορούσα. Με άφησαν μόνο και βρέθηκα αντιμέτωπος με το πρόβλημα του πώς ακριβώς να το κάνω, γιατί οι καρποί ήταν πολλοί και βρίσκονταν, για μένα, σε μεγάλο ύψος. Στάθηκα κάτω από το δέντρο και ευχήθηκα έντονα να πέσουν τα λεμόνια στο έδαφος· σήκωσα τα χέρια σαν για να τα δεχτώ και μεγάλος αριθμός καρπών έπεσε μονομιάς στα πόδια μου. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, σκεπτόμενος ότι τους υπόλοιπους που είχαν μείνει πάνω στο δέντρο θα τους κατέβαζα αργότερα με το αεροβόλο μου… αλλά δεν είχα αντιληφθεί ότι η γιαγιά μου με παρακολουθούσε… και βγήκε πάλι στην επιφάνεια το θέμα του «Maguito» και επαναλήφθηκε αυτό που μου είχε συμβεί όταν είχα υπνωτίσει ασυνείδητα τις κότες.
Πιστεύω ότι εκεί τελείωσε η κυριολεκτική παιδική μου ηλικία. Έπειτα έπρεπε να πάω στο Σχολείο, κάνοντας την πρώτη τάξη σε ένα σχολείο καλογραιών, στη λεωφόρο Cabildo του Μπουένος Άιρες. Θυμάμαι συγκεχυμένα ότι υπέφερα πολύ, ακόμη και ένα ατύχημα, όταν έπεσα πάνω σε μια πέτρινη έδρα, όπου έχασα μέρος των δοντιών μου και χτυπήθηκα αρκετά. Έγινα σιωπηλός. Απέρριπτα και με απέρριπταν τα άλλα παιδιά. Τα «μαθήματα για το σπίτι» που έπρεπε να κάνω, με τη διαρκή βοήθεια της μητέρας μου, ήταν πραγματικό μαρτύριο, εκτός από τις φορές που έπρεπε να κάνω σχέδια. Τα τετράδιά μου υπάρχουν ακόμη και είναι πολύ επιμελημένα και όμορφα… αλλά δεν αντανακλούν εκείνο το σχεδόν τρομακτικό εσωτερικό συναίσθημα που ένιωθα όταν τα ετοίμαζα. Μια αλλαγή, ένα χρόνο αργότερα, σε Δημόσιο Σχολείο δεν βελτίωσε την κατάσταση. Εκεί έμαθα τις πρώτες βρισιές και τις πρώτες βρωμιές της ζωής· είδα να κλέβουν και να χτυπούν τους αδύναμους. Μια παράξενη, ισχυρή και αταβική δύναμη άρχισε να εκδηλώνεται όλο και πιο καθαρά μέσα μου. Απομονώθηκα από το περιβάλλον και ήταν πια ένα είδος «ρομπότ» αυτό που πήγαινε στο Σχολείο. Οι περιστασιακοί μικροί φίλοι κατέληγαν να μου φαίνονται σαν αντικείμενα.
Πρώτο μέρος: Η παιδική μου ηλικία (4)
Θυμάμαι έντονα την αποσταθεροποίηση της ζωής μου όσο μεγάλωνα. Και τις συγκρούσεις μου με το περιβάλλον μου.
Το Δημόσιο Δημοτικό Σχολείο, που όταν γράφω εξακολουθεί να υπάρχει στη λεωφόρο Federico Lacroze και Cabildo, στο Μπουένος Άιρες, μου φαινόταν σαν πραγματική φυλακή. Για να γίνει το κακό χειρότερο, ο πατέρας μου, με τις φιλελεύθερες ιδέες του, δεν ήθελε να συνεχίσει να με στέλνει σε ιδιωτικό και θρησκευτικό σχολείο. Εκείνα τα χρόνια, στην Αργεντινή, στα Δημόσια Σχολεία πήγαιναν παιδιά από τη μεσαία τάξη και κάτω, και τόσο τα ήθη τους όσο και τα ρούχα τους δεν είχαν καμία σχέση με τα δικά μου. Ακόμη μου φαίνεται σαν να ακούω τα γιουχαΐσματα και τις κοροϊδευτικές σφυρίχτρες των συμμαθητών μου όταν, με την άψογη ποδιά μου (εκεί ονομάζεται «guardapolvo») λευκή, αμυγδαλωμένη, και με το μπλε παπιγιόν μου με λευκές βούλες, μεταξωτό, ανέβαινα στο μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο της οικογένειάς μου, που με περίμενε.
Ποτέ δεν ένιωσα ταύτιση μαζί τους. Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, όπως υποσχέθηκα όταν άρχισα να γράφω αυτή τη μικροβιογραφία, με πολύ λίγες εξαιρέσεις ένιωθα γνήσια αηδία για εκείνη την παιδική μάζα, θορυβώδη, ατημέλητη και βίαιη. Όταν, περνώντας από το ζαχαροπλαστείο «Ritz», μου αγόραζαν ένα σακουλάκι καραμέλες για να το μοιραστώ μαζί τους, το έκανα… αλλά με τον δικό μου τρόπο: τις πετούσα μακριά (ήταν από τις ακριβότερες, τυλιγμένες σε χρωματιστά χαρτιά με την παράσταση του φρούτου που τους έδινε γεύση) και ήταν για μένα διασκέδαση να τους βλέπω να ορμούν, σπρώχνοντας και χτυπώντας ο ένας τον άλλον, παρακινημένοι από τη λαιμαργία. Εκείνη που έμενε για μένα συνήθως την έδινα μετά στον σκύλο μου, έναν μεγάλο γερμανικό ποιμενικό. Οι γονείς μου έμαθαν πολύ αργότερα ότι εγώ δεν έτρωγα καραμέλες. Έμαθαν επίσης πολύ αργότερα ότι δεν ήμουν ένα παιδί… «φυσιολογικό».
Παράξενη είναι η ψυχολογία της πλειονότητας των γονιών· πάντα ελπίζουν τα παιδιά τους να είναι κάτι «εκτός συνηθισμένου» και όταν τους γεννηθεί ένα τέτοιο, επιμένουν να το «κανονικοποιήσουν». Η γιαγιά μου μού διηγούνταν κάτι που ακόμη δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Έλεγε ότι όταν μια λύκαινα ζευγαρώνει με σκύλο και της γεννηθούν κουτάβια λύκοι και κουτάβια σκυλιά, περιμένει να δει πώς πίνουν το νερό και από τον τρόπο που το κάνουν, ξέρει αν της γεννήθηκαν λύκοι ή σκυλιά, σκοτώνοντας τα δεύτερα, γιατί το ένστικτό της τής λέει ότι, όταν μεγαλώσουν, θα είναι οι εχθροί των λύκων… Η Φύση είναι αδυσώπητη, αλλά σοφή.
Έτσι μεγάλωσα ανάμεσα σε ανόητους λύκους που με άφησαν να μεγαλώσω. Εμένα, που τόσα Άρθρα θα έγραφα εναντίον της δογματικής Εκκλησίας… εμένα μου έμαθε να γράφω στα ισπανικά μια καλόγρια. Εμένα, που πολέμησα σ’ όλη μου τη ζωή τον Υλιστικό Φιλελευθερισμό και περιφρόνησα τη Δημοκρατία, με φρόντισαν να με διδάξουν και να με διαπλάσουν δάσκαλοι εκείνων των τάσεων, ξεκινώντας από τον ίδιο μου τον πατέρα.
Ήμουν μέτριος μαθητής· κάκιστος στα μαθηματικά, αν και πολύ καλός στην ιστορία και τη λογοτεχνία. Ωστόσο η μόρφωσή μου εξέπληττε τους μεγάλους μου, γιατί με αυτοδιδακτικό τρόπο διάβαζα αρκετές ώρες την ημέρα ό,τι μου έκανε κέφι, ειδικά αστρονομία, παλαιοντολογία, ζωολογία, βοτανική, φυσική, ιστορία, αρχαιολογία, στίχους και πεζά. Έκανα επίσης ωραιότατα επιστημονικά σχέδια, αναπαριστώντας κύτταρα, ταξινομήσεις μανιταριών, ποικιλίες πουλιών από μακρινές χώρες. Αλλά ήταν σχέδια «για μένα»… δεν θυμάμαι να τα είδαν ποτέ οι δάσκαλοι του σχολείου. Δεν θα ήμουν ακόμη 10 ετών όταν συνεργάστηκα, σε επαγγελματικό επίπεδο, σε μια σειρά τεχνικών σχεδίων που παρουσίαζε ο πατέρας μου ως σχέδια νέων αυτοκινητοδρόμων, δρόμων, με τις σχηματικές τομές τους, περιγραφή αποχετεύσεων, υποστρωμάτων κ.λπ. Ο πατέρας μου γινόταν όλο και περισσότερο σύντροφός μου, παρά τα χάσματα που άνοιγαν ο βίαιος χαρακτήρας του και η δική μου νεοεμφανιζόμενη αλαζονεία, η περιφρόνησή μου για τα χυδαία ξεσπάσματα και οι οικογενειακές διαφωνίες.
Στην πραγματικότητα, ο πατέρας μου ζούσε για μένα, καθώς η οικονομική του θέση τού το επέτρεπε και η μεγαλύτερή του Αγάπη ήταν ο γιος του. Αποτελούσα την περηφάνια και την πραγμάτωσή του στη ζωή… αλλά ίσως να προτιμούσε ένα παιδί λιγότερο αινιγματικό. Και να συμβιβαζόταν με λιγότερα. Όταν μου έφτιαχνε έναν χαρταετό και πηγαίναμε στην εξοχή να τον πετάξουμε, εγώ κατέληγα να απαιτώ να μου αγοράσουν ένα αερομοντέλο.
Ο πατέρας μου προσπάθησε να μου διδάξει αθλήματα, κυρίως βίαια, όπως το μποξ, αλλά αν και δεν τα απέφευγα, τα ασκούσα μηχανικά και υπήρχε τόση ψυχρότητα και περιφρόνηση στο βλέμμα μου που σύντομα εξαφανίζονταν τα γάντια και οι σάκοι με την άμμο. Πολύ μου άρεσε όμως η κωπηλασία, η ναυσιπλοΐα γενικότερα, και είχα πολλά μοντέλα πλοίων και υποβρυχίων.
Το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνέπεσε με τα γενέθλιά μου. Αγοράζαμε παιχνίδια στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, όταν ακούσαμε τη σειρήνα της εφημερίδας La Prensa να αναγγέλλει ότι η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία είχαν κηρύξει πόλεμο στη Γερμανία για την εισβολή της στην Πολωνία. Έκλεινα τα 9 μου χρόνια.
Η Αργεντινή συνέχισε να ζει με τον ρυθμό της. Ήταν ένας μακρινός πόλεμος και τον έβλεπαν εντελώς αποδραματοποιημένο. Η οικογένειά μου ήταν ιταλική, αλλά ζούσε προσκολλημένη στο παρελθόν. Τραγουδούσαμε γύρω από το πιάνο τη «Giovinezza», αλλά ο Μουσολίνι τους φαινόταν σαν χαρακτήρας οπερέτας· σε μερικούς γιατί ήταν μοναρχικοί παλαιάς κοπής και σε άλλους γιατί ήταν, όπως ο ίδιος μου ο πατέρας, δημοκρατικοί φιλελεύθεροι. Για μένα, που ήμουν ασυνείδητος του ανθρώπινου πόνου, ήταν ένα ενδιαφέρον επεισόδιο που διάβαζα στις σελίδες του London News, με τις εντυπωσιακές φωτογραφίες του. Μια πλημμυρίδα πολεμικών παιχνιδιών γέμισε το δωμάτιό μου. Το φαινόμενο του πολέμου, εντελώς απανθρωποποιημένο, σαν να επρόκειτο για απλές μηχανές σε μάχη, άρχισε να με ενδιαφέρει πολύ, και έχοντας αγοράσει εκατοντάδες μικρά άρματα μάχης, κανόνια και άλλες μινιατούρες κλίμακας, οργάνωνα και έλυνα πολύπλοκες μάχες. Με βοηθούσα με μικρούς πυραύλους, που τους έθαβα στο χώμα των γλαστρών σαν νάρκες. Στην αρχή ήμουν υπέρ των «Συμμάχων»… επειδή έχαναν.
Δεύτερο μέρος: Η εφηβεία μου
Χρησιμοποιώ τον όρο «Εφηβεία» καθαρά για λόγους επικοινωνίας μαζί σας, γιατί, αυστηρά μιλώντας, δεν θυμάμαι αυτές τις τόσο τονιζόμενες σήμερα αλλαγές στη ζωή μου. Μόνο ένα είδος αγωνίας, γιατί συνειδητοποιούσα ότι έπαυα να είμαι παιδί, όχι όμως επειδή δεν ήξερα ακριβώς τι με περίμενε, αλλά μάλλον επειδή ήξερα με βεβαιότητα όλα όσα έχανα. Ο κόσμος των ενηλίκων ποτέ δεν μου άρεσε και εγώ έβλεπα τον εαυτό μου υποχρεωμένο να μπαίνω σ’ αυτόν σιγά-σιγά. Μια βιολογικο-χρονική διαδικασία, με δυνάμεις ανώτερες από τις δικές μου, με έσπρωχνε… αλλά εγώ παρέμενα ο ίδιος από μέσα… εκεί, στο Εσωτερικό μου…
Η αγάπη μου για την ανάγνωση με είχε οδηγήσει να διαβάσω από ένα βαθυστόχαστο άρθρο σχετικά με τις πινακίδες του νησιού του Πάσχα, πάνω στις φωτογραφίες των οποίων δούλεψα εβδομάδες ολόκληρες σε διάφορες προσπάθειες ταύτισης των γραφημάτων, μέχρι ένα μικρό βιβλίο για το «πώς να ρίχνεις τα χαρτιά», δηλαδή να γνωρίζεις το μέλλον μέσα από τις κάρτες της τράπουλας. Δεν πίστευα πολύ σ’ αυτά τα πράγματα, αλλά μόνος μου, άπλωνα τις κάρτες πάνω στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας του σπιτιού μου και χάρηκα πραγματικά μια φορά που νόμισα ότι διάβασα πως θα πέθαινα στα 15 μου χρόνια. Τόσο πολύ με απωθούσε η ζωή των ενηλίκων.
Αργότερα έμαθα ότι η διαίσθησή μου πάνω σε εκείνες τις κάρτες δεν ήταν εντελώς λανθασμένη… Μόνο που δεν ήμουν εγώ αυτός που θα πέθαινε σωματικά όταν θα έκλεινα τα 15.
Από το μισητό Δημοτικό πέρασα στο αποτρόπαιο Colegio Nacional, δηλαδή στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αν στο πρώτο ένιωθα άβολα, στο δεύτερο έπρεπε να φτάσω στα όρια των δυνάμεών μου για να παραμείνω «φυσιολογικός». Οι έφηβοι της εποχής μου μού φαίνονταν τόσο φαύλοι όσο και οι σημερινοί, με τη διαφορά ότι τότε έπρεπε να αντέχω τις χοντροκοπιές τους, τις άσεμνες συζητήσεις και τα ανόητα αναφιλητά τους. Η μετριότητα, όταν όχι η ανυπαρξία, των καθηγητών μου με κουράριζε και υπήρχαν ελάχιστες εξαιρέσεις.
Από τα «μαθήματα» που σπούδαζα, με ενδιέφερε η Ιστορία, αν και διαισθανόμουν ότι ήταν παραμορφωμένη. Έβρισκα ευχαρίστηση στη Λογοτεχνία και κάθε φορά που μπορούσα αφιέρωνα πολλές ώρες στην ανάγνωση των Ισπανών Κλασικών, αλλά και στο να γεμίζω σελίδες με ποιήματα και δοκίμια για την Πολιτική και με περιγραφικά και αφηγηματικά πεζά. Από τους συγγραφείς που είχαν μεταφραστεί στα ισπανικά, εκείνος που με επηρέασε περισσότερο ήταν ο Chateaubriand, και σε μικρότερο βαθμό ο Byron. Με ενδιέφερε επίσης η θρησκεία, αν και στα χρόνια μου ως μαθητής, στην περωνιστική Αργεντινή, γινόταν ο παράλογος διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτούς που μελετούσαν «Θρησκεία» και αυτούς που μελετούσαν «Ηθική», οι δεύτεροι θεωρούμενοι περιφρονητικά όλοι «Εβραίοι». Αυτό με δυσαρεστούσε και μου φαινόταν παράλογο, ακόμα και γιατί ήξερα ότι σχεδόν κανείς από όσους είχαν επιλέξει την «Ηθική» δεν ήταν εβραϊκής καταγωγής, αλλά απλώς παιδιά μη καθολικών γονιών. Παρ’ όλα αυτά, το μάθημα κατάφερνε να ξυπνά στην Ψυχή μου αστραπές περιέργειας. Στην πραγματικότητα, δεν πίστευα πια σε όσα μου είχε διδάξει η καθολική γιαγιά μου ούτε ο φιλελεύθερος πατέρας μου. Έπρεπε να αναζητήσω κάποιο δρόμο μόνος μου και αυτό συχνά με πάθιαζε. Η στάση μου απέναντι στο θρησκευτικό πρόβλημα ήταν κάπως σκεπτικιστική και προσπαθούσα να μη διαψεύδω ούτε να επιβεβαιώνω τίποτε που ο Λόγος μου δεν μπορούσε να στηρίξει. Φύλαγα, βέβαια, λίγα εγγενή μεγαλοστοιχεία μυστικισμού, πάνω στα οποία δεν τολμούσα καν να θέσω ερωτήματα στον εαυτό μου, όπως η ίδια η ύπαρξη του Θεού και, κατά κάποιον τρόπο, η αθανασία της Ψυχής και η προτεραιότητα κάθε καλού απέναντι σε κάθε κακό.
Οι συνεχείς αναγνώσεις μου με είχαν οδηγήσει να γνωρίσω, σε κάποιο βαθμό, το ελληνικό πάνθεο, το ρωμαϊκό και ιδιαίτερα το αιγυπτιακό, προς το οποίο ένιωθα μια παραλογική έλξη. Οι σκέψεις μου με έκαναν να βλέπω ότι επρόκειτο για ένα είδος Θεϊκών Οντοτήτων που αναλάμβαναν τις γεωπολιτικές και ιστορικές μορφές και τα χαρακτηριστικά, φορτωμένα με δημοφιλή ή πολιτισμικά γνωρίσματα που επέβαλλαν τόπους και χρόνους. Αυτό με οδηγούσε, προφανώς, στο να βλέπω στον Χριστιανισμό μία ακόμη μορφή Πίστης, τόσο μεταβατική όσο και οι άλλες.
Οι συνήθειες της οικογένειάς μου με οδήγησαν να λάβω την Πρώτη Κοινωνία και το Χρίσμα, αλλά τα είχα τελέσει με την ίδια εσωτερική απουσία με την οποία έκανα τόσα άλλα πράγματα. Ο εσωτερικός μου κόσμος αποσυνδεόταν όλο και περισσότερο από το περιβάλλον μου. Χωρίς διαμαρτυρίες, σιωπηλά αλλά αμείλικτα.
Όταν τελείωσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, μπροστά στην ήττα των Χωρών του Άξονα, οι παλιές μου συμπάθειες για τους Συμμάχους είχαν αντιστραφεί στην πολικότητά τους και η αντεπίθεση του φον Ρούντστεντ με γέμισε ενθουσιασμό. Το ότι τόσο λίγοι πολεμούσαν ενάντια σε τόσους πολλούς ξυπνούσε μέσα μου μια κρυμμένη χορδή και την έκανε να ηχήσει δυνατά. Τα στρατιωτικά θέματα και η αγάπη για τα όπλα αναζωπυρώθηκαν. Εκείνο που αργότερα θα αποκαλούσα «Ένστικτο της Δύναμης» αφυπνιζόταν, και μπροστά σε ορισμένες αποκαλύψεις του σεξ επέλεξα, χωρίς καμία εσωτερική πάλη, την απόλυτη αγνότητα, όχι από ηθική, αλλά από απόρριψη γι’ αυτό που θεωρούσα σημάδια ζωώδους φύσης και χυδαιότητας. Οι έννοιες της δύναμης και της αγνότητας ήταν για μένα αχώριστες. Και όταν μου έλεγαν ότι ο Μέγας Αλέξανδρος δεν υπήρξε ακριβώς αγνός, δεν είχα πρόβλημα, γιατί σκεπτόμουν μέχρι πού θα είχε φτάσει αν ήταν. Όμως αυτή η τεταμένη και ωστόσο φυσική εξέλιξη επρόκειτο να υποστεί ένα είδος κατακλυσμού· εκείνον που έβαλε τέλος στην εφηβεία μου και σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρώτη μου νεότητα.
Είχα μόλις κλείσει τα 15.
Τρίτο μέρος: Η νεότητά μου (I)
Η 15η επέτειος των γενεθλίων μου ήταν από τις πιο θλιβερές της ζωής μου, ή τουλάχιστον έτσι τη θυμάμαι τώρα. Συνδέονταν πολλοί παράγοντες· πρώτος, το κύριο γεγονός ότι ο πατέρας μου, τόσο γερός και μεγαλόσωμος, άρχιζε να καταρρέει από μια ασθένεια που οι γιατροί ήδη υπονοούσαν ως ανίατη, ένα είδος ουραιμίας-λευχαιμίας. Δεύτερος, η για μένα ολοφάνερη ένδειξη ότι είχα εισέλθει στον κόσμο των ενηλίκων. Τα καθιερωμένα αστεία και τα κλειδιά του σπιτιού και του αυτοκινήτου που, από τότε και στο εξής, θα έμεναν στη διάθεσή μου, συνοδευόμενα από μεγάλα χτυπήματα στην πλάτη από την μικρή αλλά θερμή οικογένειά μου, μου φαίνονταν σαν μια παράλογη φάρσα. Αφού δεν σκόπευα να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου ούτε να «δραπετεύσω» οπουδήποτε… γιατί να θέλω τα κλειδιά του σπιτιού; Όσο για το αυτοκίνητο, είχαμε σοφέρ, και επιπλέον, εκτός από το ότι δεν είχα ακόμη την απαιτούμενη ηλικία για δίπλωμα οδήγησης, ποτέ δεν μου είχαν αρνηθεί τη χρήση του αυτοκινήτου.
Αφού ήμουν ήδη «μεγάλος», μου εμπιστεύτηκαν πλήρως την περισσότερο ή λιγότερο κοντινή πιθανότητα του θανάτου του πατέρα μου, και ο τυπικός «ματσισμός» μιας ιταλικής οικογένειας εκείνων των χρόνων με ώθησε να αρχίσω να αναλαμβάνω ευθύνες και να ετοιμάζομαι να γίνω «ο άντρας του σπιτιού».
Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να βγάλω δίπλωμα οδήγησης, περνώντας τις εξετάσεις με ευκολία που καθόλου δεν τιμά κάποιον που οδηγούσε αυτοκίνητα από παιδί. Έπειτα, με πολύ ψυχρό μυαλό, αφιερώθηκα στο να προετοιμάσω τη μητέρα μου, τη γιαγιά μου και τις υπόλοιπες γυναίκες της οικογένειας, ώστε να μπορέσουν να σταθούν μπροστά στη μακρά, φοβερά επίπονη αγωνία του πατέρα μου, χωρίς με τα κλάματά τους να προσθέσουν περισσότερη απόγνωση σε όλο αυτό. Δεν ξέρω, ούτε και αναρωτήθηκα τότε, από πού ερχόταν αυτή η ήρεμη, εξωτερικά ψυχρή δύναμη, που μου έδινε την εικόνα μιας τεράστιας ψυχολογικής ωριμότητας και ακόμη και μιας κάποιας περιφρόνησης και «κυνισμού» μπροστά στο τρομερό πρόβλημα που ζούσαμε. Σήμερα πιστεύω ότι ήταν μια αταβική ανάγκη να επιβιώσω απέναντι στην αντιξοότητα, αλλά δεν θυμάμαι να το συνειδητοποίησα τότε, ούτε και σήμερα είμαι εντελώς σίγουρος γι’ αυτό. Μήπως δέχθηκα «Βοήθειες» από τους «Αόρατους Φίλους» μου; Είναι πιθανό.
Καθώς προχωρούσε το 1946, η κατάσταση του πατέρα μου γινόταν εμφανώς αγωνιώδης. Υπέφερε τα πάνδεινα, και τις λίγες στιγμές που, χάρη σε παυσίπονα και φάρμακα, απολάμβανε πλήρη διαύγεια, τις μοιραζόταν μαζί μου παίζοντας ντόμινο ή εξηγώντας μου πολύ δύσκολα μαθηματικά προβλήματα, στα οποία διασκέδαζε. Το θέμα του επερχόμενου θανάτου του δεν το έθιξε ποτέ άμεσα μπροστά μου, αλλά μου μιλούσε σαν να το ξέραμε και οι δύο χωρίς καμία αμφιβολία.
Για να μην προσθέσω άλλο ένα στοιχείο σύγκρουσης στο σπίτι μου, δεν διέκοψα τις σπουδές μου, αλλά καθόλου δεν με ενδιέφεραν ούτε το «Μπακαλορεάτο» ούτε το προσωπικό μου μέλλον.
Είδα τον πατέρα μου να υποφέρει τόσο πολύ και διαπίστωσα μια τέτοια ηθική και σωματική φθορά σε όλους όσοι τον περιβάλλαμε, κατά μήνες ολόκληρους, ώστε έφτασα όχι μόνο να δεχτώ ότι πέθαινε, αλλά και να επιθυμώ να συμβεί αυτό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Είχα γίνει ψυχρός και τα μάτια μου ήταν σχεδόν πάντα στεγνά ακόμη και στις πολλές στιγμές που η απόγνωση με περικύκλωνε, ανάμεσα σε κραυγές, λυγμούς και τη συνεχή οσμή «Νοσοκομείου» που είχε κυριεύσει το σπίτι μου. Ο λυκόσκυλος που μου είχαν χαρίσει όταν ήμουν παιδί, που λεγόταν Rin-tin-tin και εγώ τον αποκαλούσα Rinti, άρχισε να ουρλιάζει τις νύχτες, σπέρνοντας τον τρόμο. Με απόλυτη ειλικρίνεια λέω ότι πολλές φορές τον έκανα να σωπάσει με μια κλωτσιά. Μια νέα δύναμη μεγάλωνε με γοργούς ρυθμούς μέσα μου και μια αξιοσημείωτη ικανότητα να αποκρύπτω και να συνθλίβω τα συναισθήματά μου στο εσωτερικό μου.
Ένα βράδυ, τελικά, το τιτάνιο σώμα του πατέρα μου, που είχε καταντήσει δέρμα και κόκαλα, δεν άντεξε άλλο και τα χαράματα πέθανε, φαινομενικά χωρίς να το καταλάβει. Η οικογενειακή αναστάτωση ήταν τρομερή. Τα μάτια μου παρέμειναν στεγνά και εκπλήρωσα τη μεγαλύτερη επιθυμία του ήδη αποθανόντος πατέρα μου: να φερθώ σαν «Άντρας» στην αντιξοότητα. Το λέω χωρίς ματαιοδοξία, γιατί μου ήταν πολύ φυσικό να παίξω αυτόν τον ρόλο.
Στις 4 Ιουνίου 1948 ήμουν στην πρώτη νεκρική άμαξα, τότε ακόμη ιππήλατη, που συνόδευε το σώμα του πατέρα μου στο νεκροταφείο· στη μεγάλη οικογενειακή κρύπτη ή «Πάνθεον» από πράσινο όνυχα. Παρακολούθησα την λειτουργία in corpore insepulto με τη στάση εκείνου που βλέπει ένα θεατρικό έργο. Εγώ ακόμη δεν το ήξερα… αλλά είχα γίνει εντελώς άθεος.
Η Εσωτερική αλλαγή που είχε προκληθεί μέσα μου ήταν τρομερή και χρειάστηκα, μέσα σε λίγες εβδομάδες, ιατρική βοήθεια για τα νεύρα μου, γιατί είχα χάσει τη θέληση να τρώω και να κοιμάμαι.
Συνήλθα και εγκατέλειψα τις σπουδές μου. Έγινα μοναχικός και σιωπηλός. Καθισμένος στο γραφείο του πατέρα μου, περνούσα για ώρες από τα χέρια μου τα πολύχρωμα σχέδιά του και τα πολλά του χαρτιά και τετράδια γεμάτα μαθηματικούς τύπους· ή, μπροστά στο τιμόνι του μεγάλου μαύρου αυτοκινήτου που βρισκόταν στο γκαράζ του σπιτιού μου, μια εσωτερική φωνή επαναλάμβανε ότι το χαρτί ή το δέρμα είχαν διαρκέσει περισσότερο από τον πατέρα μου. Άρχισα να αισθάνομαι αποστροφή και να χλευάζω σιωπηλά τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της οικογένειας. Για μένα, εκείνη την εποχή, όλα τελείωναν με τον θάνατο. Δεν ένιωθα αγωνία, αλλά μια κωφή απελπισία, αποδεκτή σαν μέρος του ανόητου πεπρωμένου του να υπάρχεις. Ήμουν ακράδαντα πεπεισμένος ότι κάθε θρησκευτική μορφή ήταν μια απλή απόδραση από την πιο σημαντική πραγματικότητα. Για μένα, την μόνη εκείνη τη στιγμή: ότι όλα τελειώνουν με τον θάνατο, ότι δεν υπάρχει Θεός και ότι η ηθική είναι μόνο ένα είδος κομψότητας.
Η νεότητά μου (II)
Χωρίς να αλλάξουν οι πρόσφατες πεποιθήσεις μου, μια πολύ γρήγορη, βαθιάς ρίζας μετάλλαξη άρχισε μέσα μου. Ο θάνατος του πατέρα μου μ’ είχε αφήσει σαν «ακρωτηριασμένο», αλλά ταυτόχρονα μου είχε ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της ελευθερίας.
Εκμεταλλεύτηκα το καλοκαίρι για να πάω σε μια μακρινή estancia ενός θείου από την πλευρά της μητέρας μου. Εκεί έμαθα πραγματικά να ιππεύω και απέκτησα δεξιοτεχνία στη χρήση των κυνηγετικών και αμυντικών όπλων. Μου άρεσε η μοναξιά, αλλά δεν ήταν πια εκείνη η στοχαστική της ήρεμης παιδικής μου ηλικίας, αλλά εκείνη που νιώθει κανείς πάνω στη σέλα ενός δυνατού αλόγου, καλπάζοντας δίχως προορισμό στις απέραντες, μοναχικές πάμπας. Χίλιες μικρές περιπέτειες σκλήρυναν το σώμα και την Ψυχή μου… αν και τότε τον δεύτερο όρο θα τον είχα αποκλείσει από τις έννοιές μου.
Πούλησα το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο και αγόρασα ένα coupé-club Ford V 6 με δύο καρμπιρατέρ, με το οποίο συμμετείχα σε κάποιες προπονήσεις αγώνων και rallies. Αγαπούσα τον κίνδυνο. Θυμάμαι ότι μία από τις ασκήσεις μου ήταν να περνάω με το αυτοκίνητο, με μεγάλη ταχύτητα, πάνω από μια σιδηροδρομική γέφυρα χωρίς πλαϊνά προστατευτικά, ακουμπώντας μόνο τις ρόδες πάνω στις γλιστερές μεταλλικές ράγες. Αλλά είχα μεγάλη τύχη και αρκετή δεξιοτεχνία, γιατί ποτέ δεν μου συνέβη κανένα ατύχημα. Ασχολήθηκα επίσης με την αγωνιστική κωπηλασία και περιστασιακά με την ιστιοπλοΐα. Μου άρεσε να «χάνομαι» μόνος στο λαβύρινθο των καναλιών του «El Tigre», τόπο κοντά στο Μπουένος Άιρες, όπου ο ποταμός Παρανά εκβάλλει στον Ρίο ντε λα Πλάτα σχηματίζοντας ένα πολύπλοκο δέλτα.
Από το Colegio Nacional της Δευτεροβάθμιας, το οποίο δεν παρακολουθούσα πια, τράβηξα μερικούς περιστασιακούς συντρόφους περιπετειών, αγόρια καλής οικονομικής κατάστασης και τόσο αργόσχολοι όσο κι εγώ. Εκείνοι μού άνοιξαν έναν παρθένο για μένα κόσμο· αυτόν της μη λαϊκής μουσικής. Το «Κοντσέρτο της Βαρσοβίας», οι «Πίνακες σε μια Έκθεση», με οδήγησαν αργότερα σε βαθιές βουτιές στον Μπετόβεν και στον Βάγκνερ. Περνούσα ώρες ακούγοντας δίσκους. Έκανα επίσης σύντομες εισβολές μέσα από εθνικιστικές οργανώσεις νεολαίας και ίδρυσα την «CADEL», το Centro Argentino de Estudiantes Libres, που αργότερα θα αριθμούσε χιλιάδες μέλη. Ανακάλυψα τον εαυτό μου ως καλό διοργανωτή και οργανωτή, με μεγάλη ικανότητα για εργασία και συγκέντρωση πάνω σε ένα σημείο ή πυρήνα προσπάθειας. Έτρωγα λίγο και κοιμόμουν λίγο. Κάτι ζυμωνόταν βίαια μέσα μου, αλλά τότε εγώ ούτε καν υποψιαζόμουν τι θα μπορούσε να είναι.
Ο Περονισμός είχε φτάσει στην ακμή του στην Αργεντινή και, αν και οι χοντροκοπιές και οι αριστερίζουσες τάσεις του, ανακατεμένες με έναν προσβλητικό εθνικισμό, με δυσαρεστούσαν βαθιά, το πνεύμα πρόκλησης προς τον κόσμο με έλκυε. Δεν γράφτηκα ποτέ σε κανένα Πολιτικό Κόμμα, αλλά συνεργάστηκα με την CGT (Confederación General del Trabajo) σε πανεπιστημιακό επίπεδο πάνω σε σχέδια πολεοδομίας για τους εργάτες. Τα σχέδια αυτά απέτυχαν, καθώς οι εργάτες, που δεν είχαν προετοιμαστεί προηγουμένως, ξεσήκωναν τα ξύλινα πατώματα των σπιτιών τους για να ανάψουν τη φωτιά για τα ψητά τους.
Έχοντας δοκιμάσει τόσες εμπειρίες μέσα σε δυο-τρία χρόνια, βαθιά αλλαγμένος, αποφάσισα να δώσω τα εκκρεμή μαθήματα για να μπω στο Πανεπιστήμιο, στη Σχολή Ιατρικής.
Μαζί με τους λίγους συντρόφους μου, ανακάλυψα επίσης τον κόσμο των βιβλίων που ήταν της μόδας ανάμεσα στους νέους. Διάβασα Κάφκα και Σαρτρ, Μαρξ και Χίτλερ, Καντ και Μαξ Σέλερ. Αλλά, παρ’ όλο που με ενδιέφεραν κάποια σημεία, κανένας από αυτούς τους συγγραφείς δεν με έπεισε ολοκληρωτικά, γιατί όλους τους έβλεπα να ξεκινούν από ορισμένα a priori, που μου φαίνονταν υπερβολικά φανταστικά και λίγο θετικά, καθώς επέστρεφαν αμείλικτα, έπειτα από μακρές εικασίες, στο ίδιο σημείο εκκίνησης, για το οποίο ήταν ήδη πεπεισμένοι προτού αρχίσουν τη συλλογιστική τους. Αυτοί οι «Κλειστοί Κύκλοι» συλλογισμών και ισχυρισμών μου φαίνονταν φαύλοι και στερημένοι από μια επαληθεύσιμη αλήθεια. Προτίμησα να επιστρέψω στις παλιές μου αναγνώσεις από ποιήματα, λογοτεχνία και μυθιστορήματα, που τουλάχιστον ικανοποιούσαν τις ανάγκες μου για περιπέτεια.
Επειδή έπρεπε να δώσω τις εξετάσεις γλωσσών και τα αγγλικά μού δημιουργούσαν μεγάλες δυσκολίες, αποφάσισα να πάρω μαθήματα από μια ιδιαίτερη δασκάλα. Αυτό επρόκειτο να με οδηγήσει στην αγκαλιά του Πεπρωμένου μου… Αλλά τότε εγώ ούτε καν το υποψιαζόμουν.
Ο καθηγητής μου των αγγλικών αποδείχτηκε ότι ήταν ένας Γερμανός, ονόματι Schmidt, ήδη ηλικιωμένος, κοντός και παχουλός, με ένα σταθερό και αινιγματικό χαμόγελο, που μου είπε ότι είχε ζήσει στο Θιβέτ και είχε ταξιδέψει πολύ στη ζωή του. Αυτό τον έκανε ελκυστικό από την πρώτη στιγμή, γιατί ταίριαζε απόλυτα με τα όνειρά μου να ταξιδέψω σε μυστηριώδεις χώρες και να ζήσω επικίνδυνες περιπέτειες.
Ένα απόγευμα μπήκα στο παλιό του σπίτι, μεταμορφωμένο σε φροντιστήριο γλωσσών, για να ξεκινήσω επίσημα τα μαθήματα, αλλά, προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν κατέφυγε στα συνηθισμένα βιβλία, παρά μου παρουσίασε μερικά ογκώδη χειρόγραφα, γραμμένα στα σανσκριτικά και στα θιβετιανά. Μου μετέφραζε στα αγγλικά και στα ισπανικά τις διδασκαλίες τους, και μέσα σε λίγες ώρες μού μίλησε για την προέλευση του Ανθρώπου, για τη μετενσάρκωση και για άλλα εσωτερικά θέματα. Για να μου δείξει τι είναι η «Μάγια», με έβαλε να πιάσω ένα μολύβι που έβλεπα πάνω στο γραφείο του, αλλά όταν έβαλα το χέρι μου στο σημείο που το έβλεπα, δεν το βρήκα. Εκείνος ο θαυμαστός κόσμος με έκανε να ξαναβρώ το Εσωτερικό μου Είναι και, όταν βγήκα από το σπίτι του, ήμουν άλλος. Ούτε κι εγώ το ήξερα, αλλά είχε γεννηθεί εκείνος που σήμερα αποκαλείτε «JAL».
Η νεότητά μου (III–XVI)
Οι υπόλοιπες ενότητες της αυτοβιογραφίας (Νεότητα III έως XVI) συνεχίζουν να αφηγούνται την εσωτερική μαθητεία του Λιβράγκα με τον καθηγητή Schmidt, την είσοδό του στη Θεοσοφική Εταιρεία, την κατασκευή μιας «Κρύπτης» αιγυπτιακού τύπου στο υπόγειο του σπιτιού του, την αλληλογραφία του με τον Jinarajadasa και τον Sri Ram (παγκόσμιους προέδρους της Θ.Ε.), τις πρακτικές του αποσύνθεσης (desdoblamiento) και αλχημείας, το κλείσιμο της Εσωτερικής Σχολής το 1950 και, τέλος, την εντολή του Sri Ram να δημιουργήσει ένα νέο κίνημα, χωρισμένο από τη Θ.Ε. Με αυτό, ο Λιβράγκα πούλησε το αυτοκίνητό του, λάνσαρε το περιοδικό «Estudios Teosóficos» και ίδρυσε τη Νέα Ακρόπολη σε ηλικία 27 ετών, με μια πρώτη ομάδα 12 ατόμων στο σπίτι του στην Amenábar 863, στο Μπουένος Άιρες.
Η νεότητά μου έμενε πίσω και γεννιόταν αυτό που σήμερα γνωρίζετε ως «JAL». Γιατί να σας διηγηθώ περισσότερα; Δεν είπα όλα όσα συνέβησαν σ’ εκείνα τα πρώτα χρόνια… αλλά αυτό που σας διηγήθηκα είναι αλήθεια, απλά και ξεκάθαρα αλήθεια. Αφήνω στους Θεούς την ευθύνη να σπλαχνιστούν την Ψυχή μου, αν έκανα λάθη. Κι αν δεν σπλαχνιστούν, μου είναι το ίδιο. Η ΝΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ βρίσκεται σε πορεία… στο XXVI Θριαμβευτικό της Έτος, οι Ηλιακοί της Αετοί υψώνονται πάνω από περισσότερες από 80 Έδρες σε 34 Χώρες. Έχω εξαίρετους Μαθητές και χιλιάδες νέους εργάζονται για το Ιδεώδες και φωνάζουν το Όνομά μου. Μπορώ να ζητήσω περισσότερα; Πιστεύω πως όχι· το Έργο μου είναι σχεδόν τελειωμένο και ό,τι μου απομένει από τη φυσική ζωή ανήκει ολοκληρωτικά στο Ιδεώδες. Συγχώρησέ με αν δεν σου τα διηγήθηκα όλα… είμαι Γιος του Μυστικού και σ’ αυτό το Μυστικό παραπέμπω… στο Μεγάλο Μυστήριο του γιατί και του πώς Εμείς, οι ακροπολίτες, πρόκειται να αλλάξουμε την Ιστορία για να σφυρηλατήσουμε έναν Νέο και Καλύτερο Κόσμο.
— Almenas nº 1-18. Jorge Ángel Livraga